Περπατώντας στο μονοπάτι σήμερα, αυτό που τράβηξε το βλέμμα μου – πέραν της ομορφιάς γύρω μου – ήταν τα κομμένα άνθη που κείτονταν στο έδαφος ανά τακτά χρονικά διαστήματα.
Δεν μ’ αρέσει το σπορ της κοπής λουλουδιών, αλλά μπορώ να κατανοήσω την πιθανή πρόθεση: κάποιος ή κάποια που επιθυμεί να πάρει την ομορφιά στο σπίτι γνωρίζοντας ότι πρόκειται για κάτι εφήμερο (ή ευελπιστώντας σε μια απροσδόκητη αιωνιότητα). Αυτό που δυσκολεύομαι να κατανοήσω, είναι το πέταγμα: το άνθος που κόβεται για να πεταχτεί λίγο αργότερα στο ίδιο μονοπάτι ως ένα ακόμα απόρριμα.
Έχει ν’ αναρωτηθεί κανείς φυσικά: τί σημαίνει η πράξη αυτή ως καθρέφτης των ευρύτερων κοινωνικών διεργασιών; Πού αλλού λειτουργούμε με τον ίδιο τρόπο; Κόβοντας και πετώντας;
Και βέβαια, τί είδους εσωτερική δράση καθρεφτίζεται στην ίδια αυτή πράξη; Τί άλλο όμορφο και ανθηρό κόβουμε μόνο και μόνο για να το ξεφορτωθούμε λίγο παρακάτω;
Κι αλήθεια, πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα στην εξωτερικότητα και την εσωτερικότητα αυτής της διαδικασίας κοπής και απόρριψης;
Υποψιάζομαι ότι δεν υπάρχει μία και μοναδική απάντηση στο ερώτημα.

