Ξεκινώντας την προηγούμενη συνάντηση της ομάδας βοτανογνωσίας στη Σταυρούπολη, ρωτήθηκαν κάποια από τα μέλη της ομάδας για ποιό λόγο είναι εδώ, για ποιό λόγο συμμετέχουν στην ομάδα. Είπαν:
Είναι ένας πιο υγιής τρόπος ζωής και μαθαίνω και σε σχέση με προβλήματα υγείας που έχω – θέλω ν’ αναγνωρίζω τα βότανα στη φύση – θέλω να μαθαίνω για τα βότανα, ώστε να τα χρησιμοποιώ, αλλά κι επειδή μ’ αρέσει να μαθαίνω – έχω φίλες που πίνουν τσάγια – για να πίνουμε κάτι που μας κάνει καλό – έχω ασχοληθεί με την κινέζικη βοτανοθεραπεία λόγω κάποιων προβλημάτων υγείας [και θέλω να μάθω περισσότερα] για να βοηθήσω τον εαυτό μου – υπάρχουν φυτά γύρω μας που δεν τα ξέρουμε, ενώ είναι σημαντικά – μ’ αρέσει να ασχολούμαι, μ’ αρέσουν οι αλχημείες και θέλω να μάθω περισσότερα για τα χόρτα – να μάθουμε τη χρησιμότητά τους – να γνωρίσουμε τη φύση που είναι πλούσια σε βότανα – με ενδιαφέρει το πρακτικό κομμάτι των παρασκευών.
Οι φράσεις είναι απλά διατυπωμένες και ξεκάθαρες, πλην όμως προχωρούν βαθύτερα από αυτό που σε πρώτη ανάγνωση αποκαλύπτουν. Αν «μεταφραστούν» σε πιο συμβολική γλώσσα, λένε λοιπόν:
Η έννοια της φροντίδας είναι σημαντική, όπως και η δυνατότητα να συμμετέχει κανείς ενεργά στη φροντίδα της υγείας του.
Θέλω να σχετίζομαι με τα φυτά και να μαθαίνω γι’ αυτά.
Μ’ αρέσει να μαθαίνω (αυτό δεν αλλάζει).
Τα φυτά και ειδικά οι σχετικές με τα βότανα πρακτικές διαμεσολαβούν τη σχέση μου με τους οικείους άλλους.
Να γνωρίσω το άγνωστο.
Μ’ αρέσει να μετασχηματίζω τον κόσμο/ την ύλη γύρω μου (βασική εργασία των αλχημιστών).
Να εμβαθύνω στη σχέση μου με τη φύση.
Να επεκτείνω τις πρακτικές δεξιότητές μου ως προς τη φροντίδα της υγείας [δικής μου και των άλλων].
Τα παραπάνω, με έναν τρόπο συνδέονται με όσα ανέφερε στη χθεσινή ομιλία του εχθές, ο βοτανοθεραπευτής Guido Mase: ότι τα φυτά επιθυμούν να «καταναλώνονται» προκειμένου να επιδρούν στις ζωές αυτών που τα λαμβάνουν – ως τσάι, βάμμα, έλαιο, οτιδήποτε – κι έτσι να ταξιδεύουν. Διότι μεταναστεύουν δια της βοτανοθεραπευτικής πρακτικής και μοιράζονται τις ιαματικές τους ιδιότητες με τις κουλτούρες και τις κοινότητες που τις χρειάζονται. Δεν ταξιδεύουν όμως έτσι απλά, αλλά παράλληλα συνδιαμορφώνουν τις ζωές εκείνων που τα αξιοποιούν στην καθημερινότητά τους (και δεν αναφερόμαστε μόνο στους ανθρώπους εδώ) μέσα από μια πράξη συμμετοχικής μέθεξης.
Η βοτανογνωσία μας διδάσκει ότι τα πάντα επικοινωνούν και αλληλοδιαμορφώνονται. Και όπως κάθε σύστημα, τα φυτά μας καλούν να συνδεθούμε, να συμμετέχουμε, να προσκαλούμε την ποικιλομορφία, να προσαρμοζόμαστε, ν’ αναγνωρίζουμε ότι κάθε φωνή μετρά κι ότι εν τέλει οι κοινότητες που δημιουργούμε είναι κάτι πολύ παραπάνω από το απλό άρθροισμα των μελών τους.

