Λέει μεταξύ άλλων ο Γιάννης πως για ν’ ανέβεις ένα βουνό, θα πρέπει να περπατάς με μικρά βήματα, ν’ ακουμπά ολόκληρο το πέλμα στο έδαφος, να συγχρονίζεται η αναπνοή με το περπάτημά σου, να τρως ελάχιστα καθώς ανεβαίνεις, να έχεις όλο το νερό που χρειάζεσαι, να φοβάσαι και λίγο (να μην τα παίρνεις όλα αψήφιστα), να κουβαλάς λίγα (αλλά αυτά τα λίγα να είναι τα σωστά κι όχι ό,τι «γυαλίζει» στο μάτι), να αποφεύγεις τις παρακάμψεις, να ζητάς βοήθεια όταν χρειάζεται δίχως να κρύβεις τη δυσκολία σου.
Και συμπληρώνουν τα μουλάρια του καταφυγίου: ν’ ανηφορίζεις (και να κατηφορίζεις) με καλή παρέα, ν’ ακολουθείς το σωστό μονοπάτι για σένα, να δίνεις χρόνο στον εαυτό σου για χαλάρωση φτάνοντας, ν’ αναζητείς καλό φαγητό και ίσως τα χάδια του αέρα, του ήλιου και των ανθρώπων (εφόσον το κρίνεις σκόπιμο), ν’ απολαμβάνεις τη θέα με κάθε τρόπο – ακόμα κι όταν πλέον είναι γνώριμη.
Οι ανηφόρες δεν αποτελούν χαρακτηριστικά μόνο των βουνών. Οι ανηφόρες συναντώνται κι αλλού. Στην καθημερινότητά μας, σε στιγμές απροσδόκητες, στις σχέσεις μας με τους άλλους. Κι όπως οι ανηφόρες των ψηλών βουνών, υπόκεινται σε παρόμοιους κανόνες.

