Η ομάδα καταγράφει μέσα από βιωματικές ασκήσεις την ανάβασή της στο βουνό. Κάποια μέλη της σχολιάζουν, ότι βίωσαν την ανοιχτότητα του τοπίου να έρχεται σε διάλογο με προσωικά συναισθήματα και σκέψεις, ότι η οπτική άλλαζε κάθε φορά που εστιάζαν κάπου αλλού, ότι η επίγνωση της ισορροπίας (και της απώλειάς της) είναι κάτι που έρχεται με την ηλικία – η νεότητα δεν επιτρέπει την ίδια σωματική επίγνωση. Έτσι, κάθε φορά που σκοντάφτεις, υποχρεώνεσαι να επιστρέψεις στο παρόν, να επιστρέψεις στις τρέχουσες συνθήκες και στο ποιός ή ποιά είσαι αυτή τη στιγμή. Όχι ποιός ήσουν στο παρελθόν ή ποιά θα είσαι στο μέλλον.
Τα μέλη της ομάδας παρατηρούν την ομορφιά. Άφησαν στα 900μ την αρχή του καλοκαιριού για να βρεθούν στα 2000μ στα μισά της άνοιξης. Η φύση γύρω τους θέτει προκλήσεις, τα μικρά παιδιά εξίσου – ένα εξ αυτών παραπονιέται «μα απλά περπατάμε» και η μητέρα του συνειδητοποιεί προχωρώντας, ότι κάθε προσδοκία για την ανάβαση είναι τελικά σχετική.
Οι ίδιες οι φιλικές σχέσεις αποτελούν έναν σύνδεσμο σωτηρίας, το βουνό υπερβαίνει την ανθρώπινη κλίμακα και με το μεγαλείο του επιδρά καταλυτικά στους αναβάτες και τη σχέση μεταξύ τους. Σε κάποια σημεία του κρύβει καρχαρίες και φάλαινες, ακόμα και υπονοούμενα φαλαινοθηρικά, ίσως και τα κείμενα του Melville. Ό,τι νόμιζες μέχρι τώρα δύσκολο μεταβάλλεται, αλλάζει διάσταση.
Ανεβαίνοντας, τα μέλη της ομάδας συνειδητοποιούν τα όρια του σώματός τους. Το τελευταίο μετατρέπεται στο μυθικό μίτο – όσο το ακολουθείς προχωράς κι αναδιαπραγματεύεσαι διαρκώς την έννοια της αντοχής σου.
Η ομάδα καταγράφει την ανάβαση με χρώματα, ζωγραφίζοντας συλλογικά. Εκφράζει ευγνωμοσύνη προς το μονοπάτι που επέτρεψε να το διαβούν, τον αέρα για την ευγένεια των ριπών του, τον ήλιο για το φως (κι ας ήταν σκληρό κάποιες φορές – ειδικά προς το τέλος). Το βουνό κάποτε επιτρέπει να το ανεβούμε και κάποτε όχι. Τίποτε δεν αποτελεί απλώς μια ανθρώπινη υπόθεση. Η ανάβαση αποτελεί αποτύπωση ενός δικτύου σχέσεων.

